τέχνη

τέχνη
Σε γενική έννοια, τ. ονομάζεται κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα που, χρησιμοποιώντας διάφορες γνώσεις, τις εφαρμόζει για την πραγματοποίηση ενός ορισμένου σκοπού. Η εκδοχή αυτή περικλείει με τη σειρά της 3 ξεχωριστές έννοιες του όρου: την αισθητική δραστηριότητα γενικά, την πλαστική και ζωγραφική αισθητική δραστηριότητα και, τέλος, την έννοια του επαγγέλματος ή της τεχνικής ικανότητας. Η πρώτη έννοια του όρου χρησιμοποιείται κυρίως στις φιλοσοφικές ή κοινωνιολογικές μελέτες και αναφέρεται σε κάθε ενέργεια που, με όργανο τον λόγο, τον ήχο, τα πλαστικά ή ζωγραφικά μέσα, το θέαμα κ.ά. προσπαθεί να υλοποιήσει μια ιδέα που έχει συλληφθεί από τη φαντασία, εγκρίθηκε από το αισθητικό κριτήριο και αποσκοπεί στην παραγωγή του ωραίου. Έτσι από φιλοσοφική άποψη ο όρος περικλείει όλες τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Σήμερα όμως η λέξη χρησιμοποιείται συνήθως με μια πιο περιορισμένη σημασία, τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο, και αναφέρεται κυρίως στις πλαστικές και γραφικές τέχνες (αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική). Η τρίτη έννοια, τέλος, επιζεί σε γραφειοκρατικές και διοικητικές εκφράσεις (τέχνες και επαγγέλματα), σε ιστορικά και κριτικά κείμενα και χαρακτηρίζει μια ειδική ικανότητα στην εκτέλεση μιας εργασίας. Η χρήση του όρου είναι κοινή στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές γλώσσες που διαθέτουν συχνά λέξεις, ακόμα και φωνητικά συγγενείς, πάντοτε για τις 3 έννοιες που προαναφέραμε, όπως art στα γαλλικά και στα αγγλικά, arte στα ισπανικά και στα ιταλικά, Kunst στα γερμανικά κ.ά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συνύπαρξη των 3 εννοιών δημιουργεί κάποτε πρόβλημα από την άποψη του λογικού συνειρμού. Δεν είναι εύληπτο, πραγματικά, για ποιον ακριβώς λόγο η δημιουργική καλλιτεχνική δραστηριότητα, που η παράδοση της αναγνωρίζει το δικαίωμα να παραβιάζει κάθε κανόνα, χαρακτηρίζεται με την ίδια λέξη όπως και η τεχνική ικανότητα ή η εκούσια δραστηριότητα που αποβλέπει σε ένα σκοπό. Ο λόγος της πολλαπλής αυτής χρήσης της λέξης τ. διευκρινίζεται αν ανατρέξουμε στη χρήση της κατά τα τέλη του Μεσαίωνα και, ακόμα πιο πίσω, έως την ελληνική λέξη τέχνη και τη λατινική ars, που είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, οι πρόγονοι του σημερινού όρου. Ο Μάριο Βιτορίνο, π.χ., τον 4o αι. μ.Χ., ταξινομούσε τις τέχνες σε artes animi (άυλες τ.: ποίηση, μουσική, αστρολογία, γραμματική, ρητορική, νομική, φιλοσοφία), artes corporis (υλικές τ.: ρίψεις, άλμα, ταχύτητα άρση βαρών κλπ.), artes animi et corporis (υλικές και άυλες τ.: γεωργία, γυμναστική, ιατρική, αρχιτεκτονική κλπ.). Επομένως η λέξη ars, όπως και η λέξη τέχνη, είχε μια ενιαία, εξαιρετικά εκτεταμένη έννοια, εφόσον αναφερόταν σε κάθε δραστηριότητα που συνεπαγόταν μια ικανότητα όχι έμφυτη αλλά επίκτητη, η οποία μπορούσε να αποκτηθεί με κατάλληλη εξάσκηση· σήμαινε δηλαδή κάθε επάγγελμα, επιστήμη, τεχνική και, ακόμα κάθε δραστηριότητα με αισθητικό περιεχόμενο. Οι δύο κλασικές γλώσσες δεν είχαν διαφορετικές λέξεις για να ξεχωρίζουν τις αισθητικές δραστηριότητες από τις άλλες. Η ελληνική και η λατινική είχαν εξάλλου αδυναμία και ασάφεια σε όλο το αισθητικό σημαντικό πεδίο· δεν είχαν π.χ. λέξεις αντίστοιχες με τις νεότερες λέξεις στιλ, γούστο κλπ. Αν και ήδη στην Ποιητική του Αριστοτέλη διαφαινόταν η διάκριση μεταξύ τεχνών με αισθητικό περιεχόμενο και των άλλων τεχνών, αυτή ανταποκρινόταν σε θεωρητικές απαιτήσεις, που έμεναν ξένες γενικά στον ελληνολατινικό πολιτισμό. Αυτός, με τις πνευματικές προϋποθέσεις του και την ειδική δομή της κοινωνίας, έτεινε προς την πόλωση της προσοχής στις συγκεκριμένες μάλλον τεχνικές –ιδιαίτερα στη μη φυσικότητά τους και στη μη τυχαιότητά τους– παρά στην υποκειμενικότητα της δημιουργίας. Πραγματικά, από εξωτερική άποψη, η δραστηριότητα του ζωγράφου παρουσίαζε περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά με τη δραστηριότητα του αγγειοπλάστη ή του διακοσμητή παρά με τη δραστηριότητα του μουσικού ή του ποιητή, όπως και ο ποιητής είχε περισσότερα κοινά στοιχεία με τον ρήτορα παρά με τον ζωγράφο. Η ενότητα και η ευρύτητα της έννοιας τέχνη (ars) μπορούσαν να διαταραχθούν και να τροποποιηθούν μόνο ύστερα από βαθιές κοινωνικές αλλαγές. Αυτές άρχισαν να εκδηλώνονται γύρω στον 12o αι., όταν στον γεννώμενο πολιτισμό των κοινοτήτων η ανάγκη της απόκτησης βαθύτερων γνώσεων οδήγησε στη δημιουργία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, στα οποία ορισμένες τέχνες, οι λεγόμενες ελευθέριες, διδάσκονταν, μαθαίνονταν και τελειοποιούνταν. Αν στις σχολαστικές θεωρήσεις, π.χ. του Θωμά του Aκινάτη, οι τ. εξακολουθούσαν να θεωρούνται όλες ισότιμες στην ουσία τους, εκείνοι που ασκούσαν τις ελευθέριες τέχνες άρχιζαν να έχουν, εξαιτίας της μακρότερης και πολυπλοκότερης εξάσκησής τους, διαφορετική κοινωνική θέση. Έτσι, ενώ στα μεσαιωνικά λατινικά εξακολουθεί να υπάρχει μια κοινή ονομασία για όλες τις τέχνες, διαφορετικά ονόματα ξεχωρίζουν αυτούς που ασκούν μια ελευθέρια τ. από αυτούς που ασκούν μια όχι ελευθέρια: οι πρώτοι (γιατροί ή ποιητές, νομικοί ή μουσικοί) ονομάζονται καλλιτέχνες –artisti– (με ένα νεολογισμό ασφαλώς λόγιας καταγωγής) και οι άλλοι τεχνίτες –artigiani– (άλλος νεολογισμός, αλλά λαϊκής ή διαλεκτικής καταγωγής). Με βάση τις δύο αυτές διαφορετικές επαγγελματικές ονομασίες, στις νέες γλώσσες που άρχισαν να επιβάλλονται στην Ευρώπη, σε αντίθεση προς τον μεσαιωνικό λατινικό κοσμοπολιτισμό, η λέξη τέχνη τείνει προοδευτικά να περιοριστεί σε εκείνες που ο Βιτορίνο είχε ονομάσει artes animi και σε μερικές από τις artes animi et corporis, όπως η αρχιτεκτονική. Στη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων του ζωγράφου, του αρχιτέκτονα, του γλύπτη από τις βιοτεχνικές ασχολίες, επέδρασαν στα τέλη του 14oυ αι. δύο νέα γεγονότα: η ανακάλυψη του πολιτισμού της αρχαιότητας και η ανάγκη του πλουτισμού των πνευματικών και τεχνικών γνώσεων των εικαστικών τεχνών. Η αγάπη προς την αρχαιολογία, οι μελέτες της στατικής, της προοπτικής, της ανατομίας έκαναν τους ζωγράφους, τους γλύπτες και τους αρχιτέκτονες να μοιάζουν όλο και περισσότερο με τους ουμανιστές ή τους φυσικούς (με την ευρεία έννοια που είχε τότε ο όρος) και όλο και να απομακρύνονται από τους προκατόχους τους του 13ου και 14ου αι. καθώς και από τους σύγχρονούς τους βιοτέχνες. Δίκαια, ο Τσενίνο Τσενίνι μπορούσε τον 15o αι. να κρίνει και να ονομάζει τη ζωγραφική τέχνη με την ευγενέστερη έννοια της λέξης και όχι δουλειά ή επάγγελμα. Με τον τρόπο αυτό, στο κατώφλι της Αναγέννησης, η λέξη τέχνη έγινε συνώνυμη με τη λέξη επιστήμη. Από το άλλο μέρος πρέπει να μη λησμονείται η βαθιά επανάσταση που συγκλόνισε στις αρχές του 16ου αι. τον κόσμο της γνώσης –και επομένως όλες τις τ.– που για αιώνες στηρίζονταν στην αρχή της αυθεντίας. Ο πειραματισμός και η λογοκρατία κατέστρεψαν το θεμέλιο αυτό: οι τέχνες (artes), όπως μαθαίνονταν και διδάσκονταν στα παλαιά κέντρα της μεσαιωνικής εκπαίδευσης, έγιναν στόχος της βιαιότερης και σκληρότερης σάτιρας εκ μέρους συγγραφέων, όπως ο Ραμπελέ, ή φιλοσόφων όπως ο Πέτρος Ράμος (Κουτς, Βερμαντουά 1515 - Παρίσι 1572), ή ο Τζορντάνο Μπρούνο. Τις παλαιές artes, που έπεσαν σε δυσμένεια, αντικατέστησαν οι νέες πειραματικές και μαθηματικές επιστήμες. Μαζί με τα πράγματα ξέπεσαν και τα ονόματα: ήδη στα μέσα του 16ου αι. ο όρος τ. δεν αναφερόταν πλέον στις φυσικές και στις θετικές επιστήμες ούτε και στα επαγγέλματα. Γι’ αυτό και εκείνη την εποχή ο Βαζάρι μπορούσε να χρησιμοποιεί ήδη τον όρο τ. με την έννοια των πλαστικογραφικών τ. χωρίς να είναι αναγκασμένος να δώσει επεξηγήσεις. Για πρώτη φορά στη γλωσσική ιστορία της δυτικής Ευρώπης υπήρχε μια λέξη που σήμαινε κατά τρόπο ενιαίο και ειδικό μια ομάδα δραστηριοτήτων, που είχαν όλες ως κοινό παρονομαστή την παραγωγή του ωραίου. Στον 16o και 17o αι. οι συζητήσεις για την ενότητα των τ. οδήγησαν στην αντίληψη ότι στις εικαστικές τ., όπως και στη μουσική και στην ποίηση, παρά τη διαφορά των υλικών και μεθόδων εργασίας, υπήρχαν κοινά χαρακτηριστικά: το πνεύμα του δημιουργού, η καλαισθησία, η ενεργή δράση της φαντασίας. Το αίσθημα πως υπάρχει κάτι το κοινό σε όλες τις δραστηριότητες της δημιουργίας του ωραίου βρήκε την έκφρασή του (και κατόπιν τη δύναμή του) στην αντίληψη, ότι η τ. είναι γενικά μια δραστηριότητα. Η έννοια αυτή είχε αρχίσει ήδη να διαδίδεται στην Ευρώπη από τα τέλη του 17ου αι. και ενισχύθηκε κατόπιν μεταξύ 18ου και 19ου αι. Αιτία της νέας αντίληψης ήταν από το ένα μέρος η κρίση και η εξαφάνιση των παλαιών βιοτεχνικών εργασιών, που αντικαταστάθηκαν από τις βιομηχανικές, και από το άλλο η αισθητική κυρίως χρήση της λέξης τέχνη από τους Ευρωπαίους ρομαντικούς και μεταρομαντικούς συγγραφείς και μελετητές. Φυσικά οι σύγχρονες συζητήσεις γύρω από το τι είναι τ. μπορεί να αλλάξουν μελλοντικά την έννοια του όρου, που σήμερα αναφέρεται στην αισθητική δραστηριότητα γενικά, χωρίς όμως να πάψει να περικλείει και μια απόχρωση που κατάγεται από το παρελθόν: η λέξη τ. δηλαδή αναφέρεται στην αισθητική δραστηριότητα κυρίως όταν πρόκειται για δραστηριότητα που εκδηλώνεται με μια τεχνική, ένα επάγγελμα. Bλ. λ. αρχιτεκτονική, μουσική, ζωγραφική, ποίηση, γλυπτική, θέατρο. Πιέτρο Αντόνιο Νοβέλι: Αλληγορία των τεχνών. (Πινακοθήκη της Ακαδημίας, Βενετία). Zαv – Μπατίστ Σαρντέν: Έμβλημα της Τέχνης (1765). Ώς τα τέλη του 19oυ αιώνα η τέχνη αποτελούσε συχνά αλληγορικό θέμα στη ζωγραφική και στη γλυπτική. (Μουσείο Λούβρου, Παρίσι). Νικκολό ντα Μπολόνια: «Οι αρετές και οι ελεύθερες τέχνες» (Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη, Μιλάνο). Οι πρώτες τρεις μορφές πάνω, από αριστερά, εικονίζουν τη Γραμματική, τη διαλεκτική, τη Ρητορική (trivium). Οι άλλες τέσσερις είναι η Αριθμητική, η Γεωμετρία, η Μουσική και η Αστρονομία (quadrivium).
* * *
η, ΝΜΑ, και λοκρ. τ. τέκνα Α
1. η επιτηδειότητα στην εκτέλεση χειρωνακτικού έργου, δεξιοτεχνία (α. «το κλάδεμα τής ελιάς θέλει τέχνη» β. «το έπιπλο είναι φτειαγμένο με πολλή τέχνη» γ. «ὅπλ' ἐν χερσὶν ἔχων χαλκήια, πείρατα τέχνης», Ομ. Οδ.)
2. επάγγελμα, επιτήδευμα (α. «ασκεί την τέχνη τού υδραυλικού» β. «πυρός, ἀφ' οὗ γε πολλὰς ἐκμαθήσονται τέχνας», Αισχύλ.)
3. τέχνασμα, απάτη, δόλος, πονηριά
νεοελλ.
1. κάθε εμπειρία που αποκτάται από την άσκηση ενός έργου («η μαγειρική τέχνη»)
2. η δημιουργία καλλιτεχνημάτων, έργων με αισθητική αξία, καλλιτεχνία («η ζωγραφική τέχνη»)
3. έκφραση τού ιδεώδους, τού ωραίου στα ανθρώπινα έργα
4. φρ. α) «καλές τέχνες» — οι τέχνες που αποβλέπουν στη δημιουργία τού ωραίου και στην ικανοποίηση τού καλαισθητικού αισθήματος τού ανθρώπου, ανεξάρτητα από τον ενδεχόμενο χρηστικό χαρακτήρα τους ή την κοινωνική λειτουργικότητά τους και που περιλαμβάνουν τις εικαστικές και τις διακοσμητικές τέχνες
β) «διακοσμητικές τέχνες» — οι τέχνες που εξυπηρετούν την παραγωγή στοιχείων προοριζόμενων για τη διακόσμηση καθώς και αντικειμένων πρακτικής χρήσης ή μη, τα οποία έχουν αισθητική αξία, όπως είναι η αγγειοπλαστική, η υφαντουργία, η μεταλλοτεχνία και η επιπλοποιία
γ) «πλαστικές τέχνες» ή «εικαστικές τέχνες» ή «παραστατικές τέχνες» ή «εικονιστικές τέχνες» ή «οπτικές τέχνες» — οι τέχνες που αποτείνονται στην όραση, όπως η αρχιτεκτονική, η γλυπτική, η ζωγραφική, ο χορός, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση
δ) «μηχανική τέχνη» — τεχνική και καλλιτεχνικά ρεύματα που χαρακτηρίζονται από τη χρήση εικόνων βιομηχανικού τύπου παραγόμενων με φωτομηχανικά μέσα
ε) «έβδομη τέχνη» — ο κινηματογράφος
στ) «λαϊκή τέχνη» — η τέχνη τής κατασκευής αντικειμένων αρχιτεκτονικής, χειροτεχνίας, διακοσμητικής, κεντητικής, υφαντουργίας, γλυπτικής, αργυροχοΐας, μεταλλοτεχνίας, κεραμεικής και ζωγραφικής, τα οποία δημιουργούνται από προικισμένους λαϊκούς καλλιτέχνες λόγω αναγκαιότητας και πρακτικής σκοπιμότητας τής καθημερινής ζωής
ζ) «πολεμική τέχνη» — βλ. πολεμικός
η) «παλιά μου τέχνη κόσκινο» — λέγεται για άτομα που είναι έμπειρα σε ορισμένα πράγματα
5. παροιμ. «μάθε τέχνη κι άσ' τηνε κι αν πεινάσεις πιάσ' τηνε» — είναι απαραίτητη σε όλους η γνώση και η κατοχή μιας τέχνης
νεοελλ.-μσν.
φρ. «ελευθέριες τέχνες», «ελευθέριοι τέχναι»
(κατά τον Μεσαίωνα) οι διάφορες θεωρητικές επιστήμες, όπως αυτές διδάσκονταν στις σχολές και στα πανεπιστήμια, οι οποίες κατανέμονταν σε δύο ομάδες, το τρίβιουμ, δηλαδή γραμματική, ρητορική, διαλεκτική και το κουαντρίβιουμ, δηλαδή αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία, μουσική
αρχ.
1. (χωρίς κακή σημ.) τρόπος, μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται κάτι
2. ικανότητα για εφαρμογή γνώσεων που αποκτήθηκαν θεωρητικά με κατάλληλη μέθοδο, σε αντιδιαστολή προς την απλή εμπειρία («οἱ τὰς τέχνας τῶν λόγων συντιθέντες», Αριστοτ.)
3. έργο με αισθητική αξία, καλλιτέχνημα («ἐλέφαντος δέ ἐστι καὶ χρυσοῡ, τέχνη Φειδίου», Παυσ.)
4. η συντεχνία τών τεχνιτών («ἡ τέχνη τῶν λιθουργῶν», επιγρ.)
5. διατριβή, πραγματεία περί ρητορικής ή περί γραμματικής
6. φρ. α) «Ποιητικὴ τέχνη» — τίτλος έργου τού Αριστοτέλους
β) «μηδεμῇ τέχνῃ» — κατ' ουδένα τρόπο (Ηρόδ.)
γ) «πάσῃ τέχνῃ» — με κάθε τρόπο (Αριστοφ.-Σοφ.)
δ) «ἰθέῃ τέχνῃ» — ευθύς, αμέσως (Ηρόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος ο οποίος ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *teks- «πλέκω, συνδέω, κατασκευάζω» (βλ. λ. τέκτονας). Η λ. έχει σχηματιστεί από τον τ. *τέκτ-σνᾱ < θ. τεκτ- (για την απόδοση τού IE *ks- ως –κτ στην Ελληνική, βλ. λ. άρκτος) + κατάλ. -σνᾱ (πρβλ. αράχνη, πάχνη). Αξιοσημείωτο είναι ωστόσο ότι το σύμπλεγμα -κτσ- είναι μοναδικό στην ελληνική γλώσσα. Σημασιολογικά, η λ. δηλώνει τον τρόπο, το μέσο, την τεχνική και αντιπαραβάλλεται τόσο στη λ. φύσις όσο και στη λ. ἐπιστήμη].

Dictionary of Greek. 2013.

См. также в других словарях:

  • Τέχνη —         (techne) (греч.) умение, ремесло, искусство. Противопоставляется творчеству природы (см. Φύσις). Философский энциклопедический словарь. М.: Советская энциклопедия. Гл. редакция: Л. Ф. Ильичёв, П. Н. Федосеев, С. М. Ковалёв, В. Г. Панов.… …   Философская энциклопедия

  • τέχνη — art fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέχνῃ — τέχνη art fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέχνη — η 1.επαγγελματική ικανότητα: Με τέχνη δουλεύει. 2. επάγγελμα: Η τέχνη του ράφτη. 3. εμπειρία, ικανότητα, μαστοριά: Είναι καμωμένο με τέχνη. 4. τέχνασμα, τερτίπι, κόλπο: Με τέχνη νίκησε τον αντίπαλό του. 5. δημιουργία έργων που προκαλούν αισθητική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τέχνη — [тэхни] ουσ. Θ. искусство, профессия, ремесло, сноровка, ловкость …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φλαμανδική τέχνη — Τέχνη που άνθησε στις περιοχές που αποτελούν το σημερινό Βέλγιο. Κάποτε το όνομα αυτό αποδιδόταν γενικά στην τέχνη των παλαιών Κάτω Χωρών, δηλαδή του Βελγίου και της Ολλανδίας μαζί, μέχρι τον πολιτικό χωρισμό τους από τον Φίλιππο B’ της Ισπανίας …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Βυζάντιο) — Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ Για τους περισσότερους ανθρώπους το Βυζάντιο αντιπροσωπεύει ένα κράτος που επέζησε για σχεδόν 1.200 χρόνια και συνέβαλε σημαντικά στη διάδοση του χριστιανισμού και στη διαφύλαξη του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού πνεύματος. Για… …   Dictionary of Greek

  • ελληνορωμαϊκή τέχνη — Η ελληνική τέχνη που αναπτύχθηκε στη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων. Η τέχνη αυτή δεν ταυτίζεται με τη ρωμαϊκή, όπως λανθασμένα έχει υποστηριχθεί. Διαιρείται στις εξής περιόδους: 1. Τέχνη των χρόνων του Αυγούστου (31 π.Χ. – 50 μ.Χ.). Η τέχνη αυτή… …   Dictionary of Greek

  • παλαιοχριστιανική τέχνη — Η τέχνη που αναπτύχθηκε κατά τους πρώτους 6 αιώνες του χριστιανισμού. Υποδιαιρείται σε δύο περιόδους, με διαχωριστικό όριο το 330 μ.Χ., χρονολογία που ιδρύθηκε η Κωνσταντινούπολη. Η πρώτη περίοδος ήταν δύσκολη για τους πιστούς της νέας θρησκείας· …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»